29/10/12

53.



Ποτέ δεν είχε μάθει να κάνει ποδήλατο, 
δεν την άφηναν να βγαίνει έξω στο δρόμο,
δεν υπήρχε λόγος να παίζει έξω,
έξω,
ήταν επικίνδυνα έξω,
είχε ανθρώπους καταρχάς,
να περπατάνε και να μιλάνε
και τόσες κούκλες, γιατί υπήρχαν διαθέσιμες σε όλο το σπίτι,
για να βγαίνει έξω;

Είχε βρει το ποδήλατο έξω από την πολυκατοικία, 
στο νούμερο 53,
ένα βράδυ, επιστρέφοντας από το πανεπιστήμιο,
κρατούσε μια σακούλα πλαστική με τα αποτελέσματα
των πειραμάτων της ημέρας,
ακούμπησε τα βακτήρια στο τσιμέντο
κι έπιασε το φρένο,
για πρώτη φορά.

Έφυγε μόνο του το ποδήλατο και καρφώθηκε πάνω σ' ένα ξένο διαμέρισμα.

Δε μπορούσε να βρει ποια υπηρεσία 
του Δήμου Παρισίων ήταν αρμόδια για την 
απεγκατάσταση αφηνιασμένων ποδηλάτων από ξαφνιασμένους τοίχους.

Τότε ο Ματιέ της έκανε δώρο μια ξύλινη σκάλα και μια γαλάζια ομπρέλα.







10/9/12

52.


Περίμενε το λεωφορείο,
σε μιαν άκρη του δρόμου, 
απέναντι από ένα βουναλάκι γκρεμισμένα κεραμίδια,
ποιος ξέρει ποιο ιπτάμενο τέρας κουτούλησε
το βράδυ ή το ξημέρωμα στη βορειοδυτική γωνία της στέγης
και παραμόρφωσε ένα κτίριο ρυθμού ροκοκό,
το μοναδικό σε δεκαπέντε τετράγωνα,
δεκάδες γόπες έφραζαν τους αρμούς 
των πέτρινων πλακοστρώσεων
(απ' όταν απαγορεύτηκε το κάπνισμα στους κλειστούς χώρους κολυμπούσες 
μέσα σε ζωγραφισμένα από χείλη αποτσίγαρα 
για να πας στη δουλειά σου),
μια Libération προχτεσινή χρωμάτιζε μαύρη μια λακκούβα, 
η επικαιρότητα εξάγει χρώμα - δεν το καταλαβαίνεις; -
οι δρόμοι είχαν κολλήσει,
οι ρόδες των ποδηλάτων γύριζαν με δυσκολία, 
περνώντας πάνω από
πατημένες φράουλες, 
εκεί που μέχρι πρότινος ήταν λιβάδια με άγουρες από αυτές,
μια σκούπα μάγισσας μάζευε μόνη της
τα υπολείμματα χαρτοκοπτικής έξω από ένα νηπιαγωγείο,
κι αυτή περίμενε ακόμα το λεωφορείο,
χωρίς ζακέτα, χωρίς καφέ,
αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου,
γιατί το βράδυ είχε κοιμηθεί αγκαλιά 
μ’ ένα πλάσμα σχεδόν φτερωτό
και μάλιστα, όσο το σκεφτόταν, 
ίσως είχαν πετάξει μαζί το βράδυ
ή το ξημέρωμα 
κι έπαιζαν τρέχοντας πάνω στην οροφή του κτιρίου
κι αυτοί να τη χάλασαν,
ουπς!

30/8/12

51.


Μια βδομάδα μετά, είχαμε πιεί όλο το ζαχαρούχο γάλα 
με καφέ φίλτρου βαρύ.

Ένα κουταλάκι σε κάθε κούπα, για να μην 
κακομαθαίνουν τα κύτταρα.  

Ο Ματιέ, μόλις τελειώναμε κάθε κανάτα,
άνοιγε το καπάκι της κι έχωνε μέσα το πηγούνι του,
μέχρι τη μύτη, εισπνέοντας τις καμμένες σταγόνες 
του ζεστού γυάλινου πάτου. 

Μετά περπατούσε από την κουζίνα στο χωλ,
ανάμεσα στα πεσμένα σεντόνια και
τις διαλυμένες κουβαρίστρες,
έφτανε στο πικάπ κι άλλαζε δίσκο, ό,τι κι αν ακούγαμε,
σ' όποιο σημείο κι αν βρισκόταν.

"Το 'χω δει σε μια ταινία".

"Δεν το 'χω δει πουθενά".

"Σήκω, θα σε μάθω να χορεύεις πόλκα".

Αν ανέβαινες στην οροφή κι εντόπιζες το ποτάμι,
είχε ξεχειλίσει γάλα, σε όχθες από κυβάκια ζάχαρης. 



21/8/12

50.

Δυο μέρες τώρα εξατμίζονται οι πέτρες στους δρόμους.
Φεύγουν όλοι, πηγαίνουν εκδρομές στα γύρω δάση, 
γυρίζουν πίσω αργά το απόγευμα,
με σημάδια από βατόμουρα.

"Μαύρισες στο κούτελο".

Μαύρισα, σταυροπόδι στο Pont Saint-Michel, 
με το κεφάλι προς τα πάνω και
κλειστά τα μάτια. 
Κάθε πρωί, 12 με 2, για δέκα μέρες περίπου.
Σχεδόν, συνταγή γιατρού.

Μετά αμυγδαλίτιδα, κομμένα τα τσιγάρα, οι καφέδες, οι γρανίτες,
κομμένες οι κοφτές αναπνοές.

"Και να μην ξαπλώνετε ανάσκελα, σας ζορίζει στην αναπνοή,
να μην κοιτάτε προς τα πάνω, το ταβάνι δε χρειάζεται παρέα".

Κυνικός γιατρός, το αγαπημένο μου.  
Διάβαζε James Joyce, βρισκόταν στο κεφάλαιο "Oxen of the sun", 
όταν μπήκα μέσα.

Ο καθηγητής έχει πάει διακοπές στη Χώρα των Βάσκων. 
Ενδιαφέρθηκε αρκετά για το λαιμό μου.
Ίσως νόμιζε ότι, πάνω στην απελπισία της αφωνίας μου,
θα τον έκοβα.
Έτσι είναι αυτός, των ριζικών λύσεων. 

"Μαύρισες στο κούτελο".

Τον κοίταξα περίεργα. Είχε πάρει το τελευταίο κουτί με ζαχαρούχο γάλα απ' το ράφι.
Ποιός να 'ταν τώρα αυτός και τί να 'θελε το ζαχαρούχο γάλα.

"Το καλοκαίρι στο Παρίσι μαυρίζει, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα".
"Κανένας δεν κάθισε όσο εσείς στον ήλιο, δε βολεύουν οι γέφυρες
το μέσο κάτοικο της πόλης".
"Με παρακολουθείτε;"
"Σας παρατήρησα κάποια στιγμή που χοροπηδούσατε πάνω στις πέτρες του δρόμου, που προσπαθούσαν να βουτήξουν στο Σηκουάνα. Γιατί φοβάστε το νερό;"
"Γιατί με εξατμίζει".


 


11/8/12

49.

Η Α μου έφερε ένα koi.
Σε μια σακούλα διαφανή, ασφυκτιούσα απ' το γκρι. 
Το έβαλα σε μια μεγάλη γαβάθα για τη σαλάτα.

Αν του πάρω ενυδρείο, 
σε μισή βδομάδα θα είναι μισό ψάρι, μισό γυαλί. 
 

8/8/12

48.


Ξεκινάς με "ρε", κανονική, όχι ύφεση ή δίεση.
Σε "ρε" μείζονα;
Μπα. 
"Ρε", σκέτο. "D", που λένε.
Δε θυμάμαι τις συγχορδίες, pardonnez-moi. 
Αλλά προτιμώ δέκα χιλιάδες νότες από δέκα χιλιάδες λέξεις.  
Δέκα χιλιάδες μαλακά χτυπήματα πατούσας στο ξύλινο πάτωμα
των ωδείων 
που μυρίζουν ξύλο κερασιάς. 

6/8/12

47.

 
- Can you write me down ten thousand words?
- What would that be for?
- Pick something you like or you despise and give it a chance to expand itself.
- What, in ten thousand words, can't it expand a little less?
- Oh, come on, M, I know you can do this.
- No, I can't, I seriously can't at this moment, I'm supposed to be on holiday and all I do is watch the weather on the tv, grab my umbrella and move around the arrondissements, like a cat trying to find her way home.
- Why "her"?
- It's a cat, it's always a "her".
- Ok, "she", then, is getting wet while you're moving from Pond to Pond, so you'd better lock up yourself at home and write something. 
- It's not going to be ten thousand words. I've almost lived ten thousand days.
- That makes it easier. Pick a word for each day.
- I already have a word for each day: Daffodil.
- And that's for every single day?
- Yeap.
- Why?
- I' d name my band after that word. That's if I had one, of course.