Στο Παρίσι δεν έχουμε ακρογιαλιές. ("Έχουμε". Λες και είναι δικό μας.) Μία λύση είναι ν' αράξεις σ' εκείνα τα "πεζοδρόμια" εκατέρωθεν του Σηκουάνα. Πάντα πρωί, γιατί το βράδυ φοβάσαι. Μη σου επιτεθούν, μη σε κλέψουν, μην περάσει κανένα bateau mouche με χαζοχαρούμενους Αμερικάνους, που θα χαιρετάνε όποιον βλέπουν μπροστά τους μέσα από τα τζάμια, καταπίνοντας κρασιά απ' το Λίγηρα. Ο Ματιέ λείπει στη Μασσαλία, για μια δουλειά. Με παίρνει τηλέφωνο κάθε βράδυ. Δεν μιλάει καμία λέξη στα ελληνικά. Ξέρει μόνο το "καλημέρα". Δεν θέλω να το λέει ποτέ μπροστά μου. Δεν θα του μάθω καμία λέξη στα ελληνικά. Η προφορά των Γάλλων στις ξένες γλώσσες είναι αστεία. Το βράδυ πριν φύγει για το ταξίδι ακούσαμε Τσιτσάνη. Ζήτησε να του δείξω ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Πήρε το τρένο την επόμενη κι έρχεται πίσω σ' ένα μήνα. Κάθε βράδυ, χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνω και μου λέει στα γαλλικά: "Γειά σου, είμαι καλά, θα πάω για ύπνο. Πάρε τα χάπια σου. Τα πήρες;"
Εγώ κάνω ένα νεύμα "ναι", που δεν το βλέπει, αλλά το ξέρει.
"Και τώρα τραγούδησέ μου το ρεφραίν από κείνο τοτραγούδι που έγραψε ο κύριος με το μουστάκι, για κορίτσια σαν εσένα, πριν καν αυτά γεννηθούν".
Το άτομο, το μόριο, τα στοιχεία του περιοδικού πίνακα. Μας τα μάθαιναν στο λύκειο τούτα, οι μισοί δεν παρακολουθούσαν καν, μετρούσαν τα λεπτά μέχρι το διάλειμμα, για να βγουν να καπνίσουν ή να παίξουν ποδόσφαιρο, οι μισοί των άλλων μισών έκαναν ότι καταλάβαιναν και οι υπόλοιποι μυρίζαμε τα βιβλία.
Οι χημικές ενώσεις αναπαρίστανται με διάφορους τρόπους. Μπορείς να ζωγραφίσεις σε απλό χαρτί τα στοιχεία του περιοδικού πίνακα, με τεντωμένα τα "χεράκια" τους, καθώς ενώνονται με άλλα στοιχεία.
Μπορείς - πάλι σε απλό χαρτί - να χαράξεις κυκλάκια τεμνόμενα μεταξύ τους και να τα στολίσεις με τα ηλεκτρόνια που περιφέρονται πάνω στα κυκλάκια. Επίσης, μπορείς να παρουσιάσεις μια χημική ένωση τρισδιάστατα. Είχαμε κάτι τέτοιες εργασίες στο γυμνάσιο, "πάρτε γαλάζια και λευκή πλαστελίνη και φτιάξτε το μόριο του νερού με οδοντογλυφίδες μεταξύ τους". Η απορία μου είναι γιατί να μη βγαίνουν τα φάρμακα τρισδιάστατα, όχι όπως είναι σήμερα στα κουτιά τους, αλλά όπως τα συναρμολογούσαμε στο σχολείο, αναπαριστάνοντας με μπαλίτσες τα στοιχεία τους.
Σα μακέτες ευφορίας, ας πούμε. Σε κουτιά ζαχαροπλαστείου. Ν' ανοίγεις το κουτί και να πιάνεις στην παλάμη σου μια βενζοδιαζεπίνη, μαλακή σαν τσίχλα και νόστιμη σαν ταραγμένη λίμνη. (Το πρότεινα στο εργαστήριο και όλοι μου είπαν "μα πόσο χιούμορ, πόσο") Θρυμμάτισα μια βενζοδιαζεπίνη και την έριξα στον καφέ μου, μαζί με τη ζάχαρη. Όπως μας ανακάτευαν - όταν ακόμα πηγαίναμε στο νηπιαγωγείο - τις διαλυμένες ασπιρίνες με τη ζάχαρη, στο κουτάλι της σούπας, με νερό της βρύσης και παρακάλια στα μάτια "είναι πικρό, αλλά πιες το". Τώρα είναι πικρότερο.
Αγαπημένε τοίχε του σαλονιού μου, σε κοιτάζω με δέος περίπου τέσσερις φορές το χρόνο, κι έτσι όπως έχουν βάψει τη σαγρέ επιφάνειά σου, προσπαθώ να εντοπίσω ανθρωπάκια και άλλα σχήματα που προέκυψαν τυχαία καθώς ο εργάτης εκσφενδόνιζε τα τσιμέντα και τους σοβάδες και τα παστέλ χρώματα που ήταν καταδικασμένα να σκουρύνουν από το καυσαέριο. Όταν νοίκιασα αυτό το σπίτι, πριν δυο χρόνια, υπέγραψα ένα ιδιωτικό συμφωνητικό - με εγγύηση της Γαλλίδας φίλης Ν - όπου συνομολογούσα, μεταξύ άλλων, πως ουδείς θα έμενε μαζί μου στο χώρο αυτό. Το σπίτι θα ήταν δικό μου και μάλιστα δε θα μπορούσα να είχα μαζί μου ούτε κατοικίδιο ζώο. Η αλήθεια είναι πως δε θα ήθελα να έχω κατοικίδιο, κυρίως γιατί από τη στιγμή που θα το πιάσω στα χέρια μου θα σκεφτώ πώς θα είναι τα πράγματα όταν θα πεθάνει. Εκτός κι αν πεθάνω πρώτα εγώ. Αλλά οι πιθανότητες είναι να πεθάνει πρώτα η γάτα και να μείνω μόνη σ' ένα στριμόκωλο σπίτι, να μαζεύω τρίχες επί μήνες, έτσι, για το ενθύμιο των ευχάριστων κουλουριασμένων στιγμών. Αγαπημένε μου καναπέ, στρογγυλοκάθομαι πάνω σου με μίσος προς τις πτυχές σου, ανακατώνω τα μαξιλάρια σου, μπλέκω τα κουβερτάκια με τα περιοδικά, τους φορτιστές κινητών, τα κουτιά από τα μπισκότα και τις ζελατίνες από τα τσιγάρα. Δε θέλω να στο κάνω αυτό, γιατί εσύ με φιλοξενείς εξαίσια και ορισμένες φορές, όπως καταρρέουν τα καλύμματά σου πάνω μου, νιώθω σα να μου χαϊδεύεις το κεφάλι. Αγαπημένο μου τραπεζάκι, απλώνω πάνω σου το μεγαλείο του καθημερινού μου χάους, τα φιλτράκια, τα μπισκότα με σχήμα "ανθρωπάκι με χαμόγελο", τα διακοσμητικά μπολ, ένα CD της Βίκυς, μερικές ταινίες που δεν έχω δει ακόμα και που ποτέ δεν πρόκειται να δω, γιατί φοβάμαι τα μάτια των πρωταγωνιστών και τις σταγόνες ιδρώτα του σεναριογράφου, τα τρίμματα καπνού, τα προπέρσινα περιοδικά, τα ίχνη από πιπέρι. Αγαπημένο μου κρεβάτι, γίνεσαι υπέροχο με τετραπλή δόση αγχολυτικού σε χρώμα λιλά, δυο ώρες πριν την προγραμματισμένη ώρα ύπνου και δυο χώρες απόσταση από την επιθυμητή πραγματικότητα. Αγαπημένο μου τέρας, ξυπνάς μέσα μου κάθε λίγους μήνες, καπνίζεις όπως τα κάρβουνα, μπουκώνεις τις φλέβες μου και φτερουγίζεις μέσα στο στέρνο μου, σαν ένα πουλί με γρήγορους παλμούς από κατασκευής του, που στην πραγματικότητα ξεψυχάει και σ' αφήνει με το κλουβί μόνο του. Η προίκα σου είναι το κλουβί σου, το δάχτυλο που χτυπάς ανάμεσα στα λακαρισμένα κάγκελα, το κεφάλι σου το αδειανό, το πνεύμα που ξεπηδάει απ' το ντουλάπι με τα ποτήρια και σου ψιθυρίζει "δε σ΄αγαπάει κανείς, κανείς, κανείς, βάλε μου τώρα να φάω ανθρωποτροφή, δώσε τον ώμο σου να του ανοίξω μια τρύπα, δε θα πονέσεις, θα μπω σα πνεύμα και θα βγω απ' τα μάτια σου". Αγαπημένο μου πιάτο, δε μπορώ να σε γεμίσω, γιατί δε θέλω να φάω απ' ό,τι κι αν βάλω πάνω σου και το ίδιο ισχύει και για το αγαπημένο μου ποτήρι, αυτό το ψηλό από χοντρό γυαλί, το γδαρμένο απ' το πλυντήριο πιάτων. Αγαπημένο μου βιβλίο, κρατιέμαι μη σε χαρίσω σε κανέναν άνθρωπο που το μόνο που έχει διαβάσει στη ζωή του είναι οι υπότιτλοι από σαπουνόπερες. Αγαπημένη μου ύπαρξη, σε συντηρώ με ψήγματα ανθρώπων και τροφών, αναμνήσεις και κουράγιο προηγούμενων μηνών, όχι γιατί πιστεύω πως είμαι σούπερ ηρωίδα και πως ο σκηνοθέτης με συμπαθεί ιδιαιτέρως (και άρα θα με αφήσει να ζήσω), αλλά γιατί κάποιος γιατρός μου είπε κάποτε πως τα μπαλκόνια υπάρχουν για να καθόμαστε να πίνουμε τον καφέ μας την άνοιξη, κι όχι για να κρεμιόμαστε με χάρη. Δεν έχω μπαλκόνι στο Παρίσι, δεν έχω άνοιξη στο Παρίσι. Έχω καφέ, θέλεις λίγο εσύ;
Ταξίδευες με το τρένο προς το Nancy, όταν σε σταμάτησαν στη μέση ενός σταθμού αγνώστου, σε κάποιο χωριό ίσως, με ένα βαριεστημένο σταθμάρχη - με μουστακάκι Γάλλου εποχής του '50- κι ο ελεγκτής σου πήρε το εισιτήριο μέσα από τα χέρια, το τρύπησε δυο φορές, από μία σε κάθε άκρη και στο έβαλε στη χούφτα σου, την ίδια ώρα που τα χείλη σου σκιζόταν ανά τρία χιλιοστά κι έβγαιναν από μέσα ροδέλες καταστροφέων εγγράφων, φτερά παγωνιών και ποτάμια μπλε λικέρ. "Μια γάζα, κάποιος". Έβγαλαν μόνο ποτηράκια και σ΄ακινητοποίησαν με τη βαλίτσα σου.
Διάβασα μια απίστευτη μαλακία σήμερα, σ' ένα μήνυμα της Α, ότι "η ζωή σου έχει καταντήσει μια λωρίδα από στρωμένα πλακάκια σ' ένα μέτριο μπιστρό" και της απάντησα, όπως ήταν αναμενόμενο, "να μου συστήσεις ένα καλό προϊόν για σφουγγάρισμα". Ύστερα έφυγα από το σπίτι για τη συνάντηση με τον supervisor και μάτωσε η μύτη μου, τη στιγμή που περνούσα περιμετρικά από τη λακούβα στο Les Halles, στο ύψος της Montorgueil και δεν είχα ούτε μισό χαρτομάντιλο και μου έδωσε ένας κύριος ένα από τα δικά του. Άνοιξε το όστρακο μέσα στο κεφάλι μου και βρήκε μια διέξοδο πάνω στα χαρτομάντιλα του κυρίου. Και στο δεξί μου μανίκι, όπως παρατήρησα την ώρα που έμπαινα στο μετρό. Θα το καθάριζα στο εργαστήριο, αν το θυμόμουν, που δε θα το θυμόμουν, γιατί θα σκεφτόμουν άλλα πράγματα, ως συνήθως, δηλαδή τα πειράματα και την αποστείρωση. Να θυμηθώ να τη ρωτήσω πώς ακριβώς ορίζει το "μέτριο μπιστρό".
Στο τέλος των βιογραφικών σημειωμάτων έχει πάντοτε ένα σημείο για να συμπληρώνεις τα χόμπι σου. Μετά την απαρίθμηση των σταδίων εργασιακής εμπειρίας, των σπουδών, των ξένων γλωσσών, έρχεται η ώρα να βγάλεις τα σώψυχά σου στον άγνωστο παραλήπτη του κωλόχαρτου και να του μιλήσεις σα ν' απαντούσες σε λεύκωμα της τρίτης γυμνασίου. Παραδείγματος χάριν: Ποιό είναι το αγαπημένο σου ελληνικό συγκρότημα; [Κάποιος έχει κολλήσει μια φωτογραφία από τα Ξύλινα Σπαθιά, κομμένη από Τα Νέα, φύλλο της άνοιξης του 1996. Κρίνοντας από το κιτρίνισμα του περιγράμματος.] Ποιό είναι το αγαπημένο σου χρώμα; [Δίπλα από την ερώτηση, μουτζούρωμα με κηρομπογιές.] Πού θέλεις να πας ταξίδι; [Σε όλο τον κόσμο, τόνοι από αυτοκόλλητα δίπλα, η υφήλιος, ένα στρουμφάκι, ένα αυτοκίνητο από αυτά που είχαν οι κασέτες TDK για να κολλάς και να ξεχωρίζεις αυτές που προοριζόταν για το αυτοκίνητο.] Ποιά είναι τα χόμπι σου, αγαπητή Μ; Αγαπητέ υπεύθυνε του HR, τα χόμπι μου είναι λίγα και σίγουρα δεν είναι σπουδαία. Η επιλογή τους οφείλεται στο ότι μεγάλωσα σε μια πόλη όπου η φαντασία κάθε άλλο παρά περίσσευε και πάντοτε επέλεγα να ασχοληθώ με πράγματα που θα με έβγαζαν έξω από αυτήν το συντομότερο. Το πιάνο, ας πούμε. Το ξεκίνησα, γιατί αγαπούσα τη μουσική και επεδίωκα μια καθημερινή διαστροφή σε σχέση με τα πλήκτρα. Το συνέχισα, γιατί έψαχνα μήπως είμαι κάποιο εξαιρετικό ταλέντο, που θ' ανακάλυπτε η διευθύντρια του ωδείου και θα καλούσε τους γονείς μου ένα απόγευμα στο γραφείο της, για να τους εκθέσει όλες μου τις δυνατότητες και για να τους παρακαλέσει να με στείλουν άμεσα για ανώτατες μουσικές σπουδές. Το σταμάτησα, γιατί έδινα πανελλαδικές εξετάσεις και γιατί πονούσε φρικτά η πλάτη μου όση ώρα διάβαζα. Οι ταινίες. Οι ταινίες ποτέ δεν ήταν πραγματικό χόμπι, γιατί σιχαίνομαι τα θρίλερ, τα σιχαίνομαι τόσο που δε μπορώ να τα παρακολουθήσω, ακόμα και με είκοσι ανθρώπους μέσα στον ίδιο χώρο. Ορισμένα τα έχω δει από καθαρή ανάγκη, για να μη με λέει ο κόσμος άσχετη και για να μπορώ να τοποθετούμαι σε σχέση με τα μαλλιά του Μπραντ Πιτ στην τάδε ταινία, το '98. Τα ταξίδια. Είναι αστείο να το λες αυτό, γιατί τα ταξίδια δεν είναι χόμπι, είναι ταξίδια, είναι βαλίτσες, εισιτήρια κι επειδή δε μπορείς να ταξιδεύεις συνέχεια, γιατί δεν έχεις τα λεφτά για να το κάνεις, δε μπορείς να είσαι ανεύθυνος και να το λες και - ακόμα περισσότερο - να το γράφεις. Είσαι μάπας, αν το γράφεις αυτό. Εγώ, αν ήμουν υπεύθυνος HR και έπαιρνα στα χέρια μου ένα βιογραφικό με αυτή την ένδειξη, θα το πέταγα στα σκουπίδια αμέσως. Αυτός που έχει χόμπι τα ταξίδια δεν έχει ανάγκη τη δουλειά. Να την πάρει, λοιπόν, κάποιος που έχει για χόμπι τις ταινίες, που τις βλέπει και σπίτι του και δε χρειάζεται να λείπει μακριά από τον εργασιακό του χώρο. Η γυμναστική. Στη γυμναστική είχα πάντα 18 και το θεωρούσα και υπερβολικό, γιατί ποτέ δεν έκανα τίποτα, έτσι απλά κι απόλυτα, ποτέ δε γυμναζόμουν, δε μου άρεσε η αερόβια άσκηση και τη θεωρούσα περιττή κούραση και καταπόνηση του οργανισμού. Το γράφουν αυτό πολλές φορές άνθρωποι που πληρώνουν ενάμισι χιλιάρικο το χρόνο για μισό απόγευμα τη βδομάδα στο Χολμς, εκτός από τις αργίες και τις μέρες που κλαίνε στον καναπέ από την κούραση της δουλειάς, τρώγοντας πατατάκια και παρακολουθώντας Homeland. Το ποδήλατο. Δεν έμαθα ποτέ, αλλά είναι οικολογικό και στη μόδα. Τα βιβλία. Τα βιβλία, κύριε υπεύθυνε, είναι το μοναδικό αληθινό μου χόμπι. Το μοιράζομαι με πολλούς ανθρώπους, βέβαια, θέλω να σας πω δηλαδή ότι δεν κάνω κάτι φοβερό που διαβάζω, όταν έχω τη σχετική διάθεση. Επίσης, κύριε υπεύθυνε, ήθελα να σας εκμυστηρευτώ - γιατί τώρα που ξέρετε ότι πήρα το Proficiency με Β έχουμε πλέον θάρρος μεταξύ μας - ότι διαβάζω μόνο τα βιβλία που δε θα μπορούσα να έχω γράψει εγώ. Φυσικά και έχω πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, τώρα γιατί έρχομαι και σας ζητάω δουλειά, δεν το ξέρω, μάλλον φταίει το ότι δε μπορώ να έχω ως χόμπι τα ταξίδια. Γιατί δε γεννήθηκα πλούσια δηλαδή. Και γιατί σε λίγο θα τελειώσω το διδακτορικό και δεν θα ξέρω τί να κάνω, εκτός από το να πλημμυρίσω το εργαστήριο. Γι' αυτή μου την τάση δε φταίτε εσείς, βέβαια, κύριε υπεύθυνε, φταίει που το βλέπω στον ύπνο μου. Το περπάτημα. Μόνο τις ώρες καταστημάτων. Αν θέλω να είμαι μόνη μου στο δρόμο, κάθομαι και σπίτι μου. Ούτως ειπείν, κύριε υπεύθυνε, στο κουτάκι με τα χόμπι πάνω στο κωλόχαρτο που θα πάρετε στα χέρια σας, θα αναφέρω όλα τα παραπάνω, αλλά στην πραγματικότητα θα εννοώ: (επαναλαμβανόμενα) όνειρα προξένησης καταστροφών στο εργαστήριο/ προετοιμασία και κατανάλωση καφέ φίλτρου/ ανάγνωση παλιών Μίκυ Μάους/ σκιτσάρισμα του απέναντι μπαλκονιού/ μανιακό τρίψιμο πάτων από τηγάνια/ πλύσιμο παπλωμάτων σε στριμωχτές μπανιέρες/ τακτοποίηση κύβων ζάχαρης σε γεωμετρικά σχήματα. Σας παρακαλώ να λάβετε πολύ σοβαρά υπόψη σας το βιογραφικό μου σημείωμα, καθόσον μου πήρε πάρα πολλή ώρα για να το συμπληρώσω και να εντοπίσω το ταλέντο μου, που δεν είναι άλλο από το να σας ειρωνεύομαι με ύφος επιτυχημένου συγγραφέα, ενώ στην πραγματικότητα σας έχω ανάγκη.
Ο μπαμπάς ήθελε να σπουδάσουμε. Ο μπαμπάς δεν πίστευε στη λογική "θα σε στείλω στα καλύτερα σχολεία". Γιατί όταν ήταν μικρός άκουγε Creedence Clearwater Revival. Στο μπαμπά δεν αρέσει το Παρίσι. Μόνο η περιοχή με τα Grands Magasins. Επίσης, του αρέσει το λεωφορείο που σε πηγαινοφέρνει στο αεροδρόμιο. Αυτό που παρκάρει έξω από την Opera Garnier.
Η όπερα μου θυμίζει φυτική σαντιγύ, αυτή στο στρογγυλό χαριτωμένο κουτί.
Στο μπαμπά θυμίζει ότι πρέπει να φύγει από το Παρίσι και να γυρίσει στην Ελλάδα. Ο μπαμπάς έχει να έρθει στο Παρίσι απ' όταν του είπα ότι θέλω να βουλιάξει το εργαστήριο. Ίσως λυπάται για τις μπουρμπουλήθρες που θα βγάζουν οι φυγόκεντροι δίπλα από τις όχθες. Ο μπαμπάς θα είναι πάντα πενήντα τεσσάρων ετών. Βρήκα στο χαλί της εισόδου δυο φτερά καφετιά, τα άγγιξα προσεκτικά, τραχιά ήταν, δέκα εκατοστά το ένα, οκτώ το άλλο, κάποιος τα είχε τοποθετήσει χιαστί, είχε πολλή όρεξη ή πολύ χρόνο ή και τα δύο, είχε πάντως κάτι που εγώ δεν είχα. Ο μπαμπάς ήθελε να μάθουμε εξισώσεις. Κι ακόμα θέλει. (Βαριόμασταν, κι εγώ κι ο αδερφός μου. Βλέπαμε μπάσκετ στην τηλεόραση. Ούτε μπάσκετ μάθαμε, βέβαια. Α, βλέπαμε και CNN. Τότε, στον πόλεμο της Σερβίας. Αγγλικά μάθαμε, όμως.) Ο μπαμπάς με πήρε τηλέφωνο την επόμενη που βρήκα τα φτερά στην είσοδο του σπιτιού. Πήγαινα στο εργαστήριο, να βρω τον καθηγητή, να συζητήσουμε για την πορεία της εργασίας και τον καιρό. "Θέλεις ακόμα να βουλιάξει το εργαστήριο;" "Ο καθηγητής μου φαίνεται ότι είναι Cylon." "Ορίστε;" "Θα το βουλιάξει μόνος του." "Κλείσε εισιτήρια να έρθεις για τις διακοπές." "Θα κλείσω. Με την Kinsky Assasin Airways." "Δε μπορώ να σε παρακολουθήσω, παιδί μου." Ο Ματιέ γύρισε από τη δουλειά εκείνο το βράδυ (το δικό του πανεπιστήμιο είναι στην άλλη άκρη της πόλης) με μια κόκκινη μύτη κλόουν, στερεωμένη πάνω του μ' ένα τυραννικά λεπτό λαστιχάκι. Την είχε βρει πάνω σ' ένα άγαλμα, στο Pont Alexandre III.
"Σκαρφάλωσες ως τη μύτη του αγάλματος;" "Ήταν ένα αγγελάκι με κλειστό το στόμα. Αν δεν του έβγαζα την κόκκινη μπάλα, θα πνιγόταν."