2/5/17

80.

Χωρίς φωνή, σου απομένουν ελάχιστες δυνατότητες έκφρασης, εάν κι εφόσον ο αέρας αποτελεί απαραίτητο συστατικό της καθημερινής σου παρατήρησης κι αποσυμπίεσης.
Ησυχία στον ουρανίσκο, λέξεις που είχαν παγώσει στο πίσω μέρος του λάρυγγα, συλλαβές που κρυβόταν σε χαμένες ώρες ύπνου, ατονικός σπαραγμός στα πλαϊνά της μύτης για τις πρώτες ώρες χωρίς φωνή, που ίσως γινόντουσαν μέρες - κάτι τέτοιο θα ήταν συνάρτηση της απόδοσης στο πάτημα, το πλέξιμο, τις εξωτερικές επιδράσεις και το ποσοστό νηφαλιότητας που θα απαιτούσε η προσπάθεια συνολικά.
"Μα εγώ μόνο τις λέξεις έχω στο τέλος, μόνο αυτό μου απομένει μετά από κάθε συμφορά" - κι έλεγε "συμφορά" πιέζοντας τη γλώσσα κάτω από τους κοπτήρες, σαν να πρόφερε παράνομα τα ονόματα των καταραμένων της γης και της σελήνης, από την την πρώτη σελίδα της Βίβλου μέχρι τον Major Tom.
"Κι αν μετράνε οι κουβέντες που χτυπούν στις άκρες του στόματος κι επιστρέφουν πίσω, κι αν ακούγονται, κι αν υποδηλώνονται ή υποκλέπτονται" - τι θα συνέβαινε αν μετρούσαν, άραγε, οι διψασμένες για αέρα λέξεις, ως παράβαση ιερού καθήκοντος, το οποίο εξαρτάται, βέβαια, αποκλειστικά από την προαίρεσή σου.
"Κι αν πιάνεις τις τσουκνίδες της άνοιξης άφοβα, τις σφίγγεις με ιερό μίσος να λειάνεις τα μικροσκοπικά τους αγκάθια και μέσα σου ουρλιάζεις μια κατάφαση και μετά από δυο μέρες σκεφτείς πως, δεν υπάρχει στ' αλήθεια λόγος να μην προσπαθήσεις τη σιωπή, αφού αυτή θα σώσει ανθρώπους ή πουλιά, κι αν απλώνεις δάχτυλα απάνω σε πράσινα γεμάτα μπουκάλια κι αναρωτιέσαι πώς δεν άδειασαν, πώς δεν τα απελευθέρωσες εσύ" - τι θα συνέβαινε αν άφηνες μια δυο υπόκωφες κραυγές να φανούν στον κόσμο;
Είχε δαμάσει μια συνήθεια, την ομιλία, την πρόδιδε όμως η ζωηρή κίνηση των άκρων που σπαρταρούσαν στα πλακόστρωτα και τα πατώματα του καθήκοντος και της υπόσχεσης. Μπορούσε να γράψει, βέβαια, κανείς δεν της είχε αφαιρέσει το σύνολο της έκφρασης, όμως καμιά φορά η αφήγηση με οποιοδήποτε μέσο κρίνεται περιττή από τις συνθήκες - εξάλλου πώς μπορούσε να εξηγήσει τις πεταμένες κλωστές σε όλο το σπίτι, τις χοντρές βελόνες και την αποτυχία της διαπραγμάτευσης που ομολογούσαν τα ματωμένα μαντίλια.

Έχεις χάσει την ησυχία σου όταν αισθάνεσαι πως κοιτάς τον κόσμο με το βλέμμα του άλλου. Ο πιο οδυνηρός εγκιβωτισμός της ύπαρξης, 

17/1/17

79.

Με πήραν τηλέφωνο βράδυ. Δεν ήξεραν πως δεν μπορούσα να μιλήσω και πώς να το γνωρίζουν, άλλωστε, ακόμα κι όσοι μιλάνε δεν είναι, συχνά, στη θέση αυτή. Έκλεινε το μπαρ, it's closing time, είχα φύγει μια ώρα πριν, από συνήθεια αποφυγής της καλοπέρασης κι όχι γιατί φοβόμουν κάπως ότι θα περάσω την πόρτα μπουσουλώντας, επιστρέφοντας στην παιδική ηλικία με τρόπο οξύμωρο, ζαλισμένη από τα οξέα κάθε είδους και τις ορμόνες σε τρανς.

Θα μπεις στο αεροπλάνο μετά από ένα τέτοιο βράδυ παράξενο, θα πάρεις μια βαλίτσα μικρή, οι δικοί σου θα σε περιμένουν στο αεροδρόμιο σπασμένοι σε οκτώ κομμάτια, ένα για κάθε μήνα αναμονής του μοιραίου, που δεν είχε κανένα λόγο να λέγεται έτσι, θα μπεις σε ένα αυτοκίνητο για να τρέξεις τριακόσια χιλιόμετρα απώλειας, χωρίς να ξέρεις γιατί τρέχεις και γιατί η απόσταση είναι αυτή, θα περάσεις από σπίτια με μαυροντυμένους ανθρώπους, θα ακούσεις ουρλιαχτά, θα παραλάβεις σώματα χωρίς ψυχή μέσα τους, θα σκεφτείς πως πάντα κάποιος πρέπει να είναι ψύχραιμος ή απλά να αδυνατεί να πενθήσει μέσα στον κόσμο, όχι επειδή θα του λείπει το φαινομενικό στήριγμα, το αλκοόλ ή κάτι άλλο, ή ένα χέρι περασμένο στη μέση του, θα κοιτάξεις για πρώτη φορά κάποιους και για τελευταία κάποιους άλλους, θα έρθουν πάνω σου όλοι τούτοι και δεν θα έχεις τι να πεις, γιατί ο όρκος σιωπής σου ενεργοποιείται μόνος του, θα λες από μέσα σου "εγώ είμαι λογοτέχνης" και - τερματίζοντας την αλαζονεία του γραπτού λόγου - θα διαβεβαιώνεις τον εαυτό σου πως εσύ μπορείς να γράψεις μόνο κι όχι να μιλήσεις, γιατί καθένας μπορεί να κάνει το τελευταίο, ακόμα κι ένα μωρό που θα εμφανιστεί στο σπίτι και θα τραβήξει τα βλέμματα ως σωτήρας της στιγμής και της ουσίας, θα περπατήσεις, θα δεις ένα πουλί να απομακρύνεται προς τα σύννεφα και θα πεις "αντίο", στο πουλί και σε όποιον άλλο θέλεις, έτσι λες εσύ "αντίο", έτσι και μέσα από pixels, αυτό μπορείς κι αυτό κάνεις, it's closing time, ένας μικρός λόξιγκας του χρόνου, μέσα στον οποίο βυθίζονται όλα, χάνεται ο δευτερόλεπτο, η ανάμνηση σκαλώνει στις τεχνικές λεπτομέρειες, ποιος θα υπογράψει εδώ και θα πληρώσει εκεί, μουσική πουθενά γιατί θα ήταν απρεπές, αν και κανείς δεν είχε ρωτήσει αυτόν που τον αφορά το θέμα.

"Ήρθε η ώρα να πεθάνω. Αλλά δεν ξέρω και πώς πεθαίνουν". It's closing time, κανείς δεν ξέρει πώς κλείνει κι αν αυτό είναι μόνο.

Κατάλαβα ότι θα πεθάνεις όταν η τηλεόραση που μου είχες πάρει δώρο όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο σταμάτησε να λειτουργεί. Ήταν το πρώτο δώρο που μου έφεραν όταν έμαθα τα ευχάριστα νέα. Κι αυτό εδώ, τα pixels, είναι το τελευταίο δώρο που θα σου κάνω εγώ.









11/1/17

78.

Έπεσα με τις σακούλες στα χέρια. Γύρισε το πόδι μου, ως συνήθως, πατώντας άτσαλα στο πεζοδρόμιο. Μουσική από παλιά καρτούν έπαιζε στο κεφάλι μου, τον ξεκούρδιστο ήχο της τηλεόρασης μετά την πτώση του αμονιού στο κεφάλι του χαζού ήρωα. Πήγα να σηκωθώ κι ένιωσα στην παλάμη μου ξερή λάσπη.

- Ποιον σώζεις;
- Ποιον;
- Βλέπεις τι έκανες;
- Έπεσα.
- Ξανά.
- Συμβαίνει αυτό.
- Ποιον σώζεις;
- Όποιον βρω.
- Σκεπάζεις ακόμα αγάλματα;
- Πλέον ξέρουν μόνα τους.
- Σκεπάζεις τον κόσμο στα σπίτια όπου μπαίνεις;
- Σκεπάζω.
- Ποιον σώζεις;
- Κανέναν.
- Ξέρεις ποια είμαι;
- Φοράς μπαρέτες με φίδια.
- Άρα ξέρεις.
- Ποιον σώζεις;
- Άσε με να σηκωθώ.
- Θα σώσεις άλλον ένα;
- Θα σώσω όποιον θέλω ή όποιον δεν θέλω.
- Θα σώσεις άλλους δυο, τρεις ή τέσσερις;
- Άσε με να σηκωθώ.
- Πού είναι;
- Στο σπίτι του.
- Πού μένει;
- Ξέρεις πού μένει.
- Εσύ πού μένεις;
- Δεν χωράω σε ένα σπίτι.
- Πού είναι;
- Το σπίτι που χωράω;
- Ξέρεις ποιος.
- Στο σπίτι όπου χωράει.
- Δεν είναι.
- Αφού εκεί χωράει.
- Έχει φτερά και χωράει σε όλα τα σπίτια.
- Και στα δικά μου σπίτια;
- Ανόητη, υπάρχει τοίχος να τον κλείνει;
- Παλιά υπήρχε.
- Παλιά ήταν ακόμα άνθρωπος.
- Παλιά ήσουν κι εσύ άνθρωπος.
- Παλιά ήσουν σωτήρας.
- Ακόμα είμαι.
- Θέλεις να τον σώσεις;
- Μαζί με πόσους;
- Σημαίνει κάτι αυτός;
- Σήμαινε παλιά.
- Οι άλλοι;
- Είναι αδέρφια του.
- Σε νοιάζει τι είναι;
- Τι κάνω;
- Κλείνεις το στόμα σου.
- Τι άλλο;
- Βρίσκεις τσουκνίδες.
- Πού έχει;
- Μόνη σου θα βρεις.
- Κι αν δεν βρω;
- Δεν θα μπορείς να τις πατήσεις.
- Αν τις πατήσω τι κάνω;
- Με γυμνά πόδια τις λειαίνεις.
- Τι τις θέλω;
- Με γυμνά χέρια τις γνέθεις.
- Πού τις γνέθω;
- Τις κάνεις μαλλί και φτιάχνεις ρούχα.
- Ποιος θα τα φορέσει;
- Όλοι τους, αν θέλεις.
- Πότε πρέπει;
- Μέχρι να χιονίσει ξανά.
- Αλλιώς;
- Μένουν πουλιά για πάντα.
- Κι αυτός;
- Κι αυτός και όλοι.
- Πώς τους βρίσκω;
- Θα σε βρουν αυτοί.
- Με έχουν βρει ξανά;
- Σε κάθε σπίτι.
- Μου άφηναν φτερά;
- Στην πόρτα κι αλλού.
- Τι άλλο πρέπει;
- Να μη μιλήσεις σε κανέναν.
- Μέχρι πότε;
- Να ελευθερωθούν.
- Τι θα πω στον κόσμο;
- Ότι κάποτε βρήκες έναν άνθρωπο που θύμιζε το σπίτι σου, το μόνο σπίτι όπου έμεινες για καιρό χωρίς να ψάχνεις ανοίγματα στις πόρτες. Μύριζε όμορφα, γελούσε μαζί σου, σε τσίμπαγε στη μέση, σου δάγκωνε τον λοβό του αριστερού σου αυτιού, σε τύλιγε με μια υπόσχεση ειρηνικής επιστροφής στον προγραμματισμό της ζωής σου, σαν αυτό που έκανες όταν ήσουν ακόμα στο σχολείο, χαζή και επηρμένη πως σου χρωστάει η μοίρα. Ότι μετά τον άφησες γιατί πίστευες σε στίχους νευρωτικών σαραντάρηδων - αδύνατων με τις δυο έννοιες, του βάρους και την έτερη - ή γιατί μισούσες τις ώρες και τα λεπτά, εκτός από τις στιγμές που κατάπινες σωτήρια χάπια, ισιώνοντας παπλώματα - μπέρτες στους ώμους σου, υπερήρωας σε αποτυχημένο reboot. Κι ότι στο ενδιάμεσο απέτυχες να καταλάβεις ότι εκείνος βγήκε πρώτος από την πόρτα, γιατί η τέχνη που είχε μαζευτεί ανάμεσα στα μάτια σου τού θόλωνε την κρίση.

Έφυγε κι αυτή μέσα από μια πράσινη ομίχλη. Σηκώθηκα παγωμένη. Περπάτησα ως το νούμερο 78. Άλλαξα το όνομα στο κουδούνι μου κι έγραψα "Sabotage".


















































9/1/17

76.

This guy feels like home. His smell is juggling my brain
in the course of the night when no one else can narrate to my senses.
He feels like home, though I've never fully touched his palms,
covered in tobacco smells and whiffs of incense. 

This guy feels like home. His posture is no threat to my sight
as he gains control of the room by standing still with a glass of wine.
He feels like home smiling at every thought of mine,
polite as fuck, given that to such act he would never incline. 

This guy feels like home. He's promising to me a ride on a bike,
yet he means the earth with its trees and seas and sand.
He feels like home, though this place I'd never like
and seducing him would never go as planned. 

This guy feels like home. I never look into his eyes,
like a scorned daughter only inspects her father's feet. 
Relentless, he decides to meet with me every time I invent some reason.
I'd go away, leave hometown, but just hoping seems so sweet. 



20/12/16

75.

"Don't ever cry in your fucking pyjamas"

Θα μπορούσε να είναι στίχος ή παραίνεση γιαγιάς ή θείας, από εκείνες με τα μωβ μαλλιά, που φορούν τις πέρλες και το κραγιόν τρία χιλιοστά γύρω από το περίγραμμα του στόματος και κάθονται σε καρέκλες κουνιστές. Αρωματισμένες με τον ίδιο τρόπο τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, σε κοιτάζουν μητρικά και σου δίνουν συμβουλές για τη ζωή. 

Τι άλλαξες εσύ, θεία Βούλα, στη ζωή σου τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, ούτε άρωμα δεν έχεις τολμήσει να δοκιμάσεις διαφορετικό από αυτό που σου έφερε ο θείος μια φορά από τη Βιέννη, επιστρέφοντας από επαγγελματικό ταξίδι, όσο εσύ φρόντιζες το σπίτι και τα παιδιά και το εξοχικό και το αυτοκίνητο. 

Μην κλαις ποτέ μέσα στις γαμημένες τις πιτζάμες σου, να κλαις μέσα στα ρούχα που φορούσες όταν μπήκες μέσα στο σπίτι, έτοιμη να πνιγείς στις επιλογές και τα αποτελέσματα, στο αποκορύφωμα της ελεύθερης βούλησης. 

Θεία Βούλα, την χρειαζόμουν αυτή τη συμβουλή, χρόνια πριν, ποτέ δεν είναι όμως αργά να συρθείς από την είσοδο ως το σαλόνι, διαισθανόμενη ότι αυτό το βράδυ δεν είσαι ικανή ούτε να μεθύσεις, μήπως σε πάρει ο ύπνος μέσα στην παραζάλη και νιώσεις, έστω εκεί, λειτουργική κι ανθρώπινη, ότι σπας με ένα στυλ σαν αυτό της θείας Βούλας, κολλημένη σε μια πολυθρόνα με τις αναμνήσεις τις Βιέννης και της παλιάς σου ζωής, η οποία - μάλλον - πάλιωσε τη στιγμή που το ένστικτό σου μίλησε και σε ανάγκασε να παραμείνεις ντυμένη, έχοντας ξεχάσει τις συμβουλές των έτερων γηραιότερων. 

Ποιος είναι εκεί, ποιος λείπει και ποιος έρχεται, δεν θα το μάθεις παρά μόνο όταν έρθει η ώρα.  


2/12/16

74

"Και εκείνη δεν απήντησε", τελείωνε το γράμμα ή, μάλλον, το ιδιόμορφο τηλεγράφημα, αυτό που κρατούσες στο χέρι σου με κεκαλυμμένο τρόμο για το μέλλον. 

Λίγες μέρες εντατικού καβλαντίσματος, αόριστων σχολίων και ανταλλαγής δεδομένων για τη ζωή καθενός, για τη μουσική και τις ταινίες, για ποδοσφαιρικές ομάδες που πλέον δεν απολάμβαναν τη δόξα περασμένων δεκαετιών, ψηφιακά ηλιοβασιλέματα για τον ένα και πραγματικά για τον άλλο, χαμένα κραγιόν κάτω από καναπέδες, προβοκατόρικες τοποθετήσεις στον ψηφιακό κόσμο, είχαν φτάσει στο τέλος τους πριν καν αρχίσουν ν΄ ανθίζουν. Από σεβασμό στους τρίτους ανθρώπους, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν καταστεί βασικοί πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, έστω και εξ αποστάσεως. 

Δεκατέσσερις μήνες σιωπής, μέχρι να γραφτεί από τον ένα κάποιο κείμενο σημαντικό, να δημοσιευτεί μια προσωπική ιστορία που σε έκανε να κλαις επί ώρες πάνω από τους δοκιμαστικούς σωλήνες του εργαστηρίου. 

Μισό χρόνο μετά, σε ένα πατάρι των Εξαρχείων, τον έβλεπες με μια άλλη, στο βάθος, προς την άτυπη σκηνή, να χτυπιέται πάνω της με κάθε κομμάτι που του θύμιζε την εφηβεία του. Εσύ δεν είχες πρόβλημα, θα έκανε ό,τι ήθελε, εξάλλου (νόμιζες) πως η ζωή σου είχε εισέλθει σε μια τροχιά υπέρλαμπρη, με τον δικό σου άνθρωπο να καθορίζει έμμεσα την ποιότητά της. 

"She's like a rainbow", έλεγε με έκπληξη ο Mick, "have you seen her dressed in gold", ρωτούσε και τα ξανθά της μαλλιά ανέδιδαν μια αίσθηση φτηνού επίχρυσου κοσμήματος. Τους παρατηρούσες όλους από το ταβάνι, η συνείδησή σου είχε πετάξει από το καρφωμένο στο πάτωμα σώμα σου. 

"Εγώ γιατί δεν είμαι έτσι", αναρωτιόσουν, χωρίς να ήθελες ποτέ να έχεις χρυσά μαλλιά. Δεν μιλούσες γι' αυτήν, μιλούσες για την μουσική συλλογικότητα που όλοι μοιραζόντουσαν γύρω από το "βασιλικό ζευγάρι" του πάρτι. 

"Πιο πολύχρωμη είμαι", και πιο πολύχρωμη ήσουν, δεν είχες άδικο, αυτό όμως δεν είχε καμία σημασία μέσα σε ένα σκοτεινό πατάρι όπου καθένας εστίαζε στην δυσχρωματοψία του. 

Δεν είχες ανταλλάξει μαζί του ούτε μια χειραψία. Ήσουν εξαρχής μια κολοκύθα που δεν άντεχε την ταχύτητα μιας άμαξας κι έτσι απέφευγες να μεταμορφωθείς, αρχικά βολικά τοποθετημένη στη γωνία του παταριού κι ύστερα βολικότερα εξαφανισμένη σε μια πόλη του εξωτερικού, όπου οι άμαξες έτσι κι αλλιώς απαγορεύονται. 














21/11/16

73.

"Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο", πριν τριάντα τρία χρόνια γράφτηκε τούτη η φράση κι από τότε την έκαναν σημαία, παντιέρα στα λιγδιασμένα χέρια κάθε υποκριτή που έπεφτε από τα σύννεφα μπροστά στις φαυλότητες της κοινωνίας που ο ίδιος τάιζε.  

"Φοβάμαι πολλούς ανθρώπους", έγραψε ο ποιητής της ήττας της αριστεράς, όπως ο ίδιος την αντιλήφθηκε και την έκλαψε με αξιοπρέπεια επί δεκαετίες, πριν αποχωρήσει από τον κόσμο, ένα καλοκαίρι που όλοι εξατμιζόμασταν στις όχθες του ποταμιού, χωρίς να βρίσκουμε πέτρες για να το τιμωρήσουμε. 

Ποιον αντίλογο μπορούσες να προτάξεις σε έναν τέτοιο ποιητή, όποιες κι αν ήταν οι πολιτικές σου απόψεις, τι να του έλεγες, πώς να χειριζόσουν τα επιχειρήματά σου, ώστε να σου εξομολογηθεί μετά το πέρας της ανάπτυξής τους ότι είχες δίκιο (αν αυτό είχε κάποιο - οποιοδήποτε - νόημα); 

Ένα παράδειγμα θα ήταν το εξής:
"Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου" παραδέχθηκαν ότι υπέφερες και βγήκαν στη μέση του δρόμου κραυγάζοντας "εγώ θα σε βοηθήσω".

"Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά πασχίζουν" να βρουν τη δική σου και να μετακομίσουν μερικά από τα κρίματά τους (και) εκεί, για να έχεις μια παρέα, τα βράδια που δεν θα σε πιάνουν τα αγχολυτικά. 

"Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου κλείναν την πόρτα" μην τυχόν και τους έφερνες αντιμέτωπους με τις ευθύνες τους και τώρα τους βλέπεις να ζουν δακρύζοντας με κάθε κύτταρο υποκρισίας απέναντι στα δεινά τρίτων και τέταρτων ανθρώπων, αγνώστων για τους οποίους δεν κοστίζει τίποτα η λύπη. 

"Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ" και τώρα δεν βγαίνουν από το σπίτι τους, όχι γιατί δεν ντρέπονται που σου χρωστάνε, λεφτά, ησυχία, ηρεμία πνεύματος και χιλιάδες ευρώ για τους ψυχοθεραπευτές σου, αλλά επειδή αγάπησαν ξαφνικά την ασκητική ζωή και βρήκαν το νόημα σε τοίχους γεμάτους με έργα τέχνης αγορασμένα από μια μονίμως σκυθρωπή σύζυγο.

"Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν" και τώρα αλλάζεις εσύ όταν τους συναντάς, για να μην τους λοιδορήσεις ή, για να λέμε όλη την αλήθεια, για να μην τους φτύσεις καταμεσής του δρόμου. 

"Φοβάμαι πολλούς ανθρώπους", τη ζωή τους και τον θάνατό τους, περνώντας μπροστά από κτήρια στην πρόσοψη των οποίων θα αναρτηθεί μια μέρα το κηδειόχαρτο, πάνω στο οποίο θα αναγράφονται λαμπρά λόγια, όπως "κηδεύουμε σήμερα τον αγαπημένο μας σύζυγο, αδερφό, θείο", παραλείποντας την ιδιότητα του πατέρα, καθώς κανένα γραφείο τελετών δεν θα μάθει την αλήθεια, ότι στην πραγματικότητα κηδεύουμε τον πατέρα της τρομοκρατίας στον χώρο εργασίας, τον πατέρα του φαρισαϊσμού, τον χριστιανομαλάκα της καρδιάς κάθε πενηντάρας ζωντοχήρας που ονειρευόταν τη μεγάλη αστική ζωή της Μητρόπολης. 

Φέτος δεν φοβήθηκα περισσότερο, γιατί έχω μάθει να μετράω τις ώρες διαφορετικά.